< Κατα Ματθαιον 15 >
1 Τότε προσέρχονται τῷ Ἰησοῦ οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι λέγοντες,
ᎿᎭᏉᏃ ᏥᏌ ᎬᏩᎷᏤᎸᎩ ᏗᏃᏪᎵᏍᎩ ᎠᎴ ᎠᏂᏆᎵᏏ ᏥᎷᏏᎵᎻ ᎠᏁᎯ, ᎯᎠ ᏄᏂᏪᏒᎩ;
2 Διὰ τί οἱ μαθηταί σου παραβαίνουσι τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων; οὐ γὰρ νίπτονται τὰς χεῖρας αὐτῶν ὅταν ἄρτον ἐσθίωσιν.
ᎦᏙᏃ ᎨᏣᏍᏓᏩᏗᏙᎯ ᎠᏂᏲᏍᏗᏍᎪ ᎡᏘ ᎠᏁᎯ ᎤᏂᏃᎮᎸᎯ? ᏝᏰᏃ ᏱᏓᏃᏑᎴᏍᎪ ᏧᏃᏰᏂ ᏨᏗᎾᎵᏍᏓᏴᏂᏐᎢ.
3 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς, Διὰ τί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν;
ᎠᏎᏃ ᎤᏁᏨ ᎯᎠ ᏂᏚᏪᏎᎸᎩ; ᎦᏙᏃ ᎾᏍᏉ ᏂᎯ ᎡᏘ ᎠᏁᎯ ᎤᏂᏃᎮᎸᎯ ᎢᏨᏗᏍᎪ ᎢᏥᏲᏍᏗᏍᎪ ᎤᏁᎳᏅᎯ ᎤᏁᏨᎯ?
4 ὁ γὰρ Θεὸς ἐνετείλατο λέγων, Τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα· καί, Ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω.
ᎤᏁᎳᏅᎯᏰᏃ ᎤᏁᏤ ᎯᎠ ᏄᏪᏎᎢ; ᎯᎸᏉᏕᏍᏗ ᏣᏙᏓ ᎠᎴ ᏣᏥ; ᎠᎴ ᎾᏍᏉ ᎯᎠ; ᎩᎶ ᏓᏍᎩᏅᏗᏍᎨᏍᏗ ᎤᏙᏓ ᎠᎴ ᎤᏥ ᎠᏎ ᎤᏲᎱᎯᏍᏗ ᎨᏎᏍᏗ.
5 ὑμεῖς δὲ λέγετε, Ὃς ἂν εἴπῃ τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρί, Δῶρον ὃ ἐὰν ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῇς, καὶ οὐ μὴ τιμήσῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ ἢ τὴν μητέρα αὐτοῦ·
ᎠᏎᏃ ᏂᎯ ᎯᎠ ᏂᏥᏪᏍᎪᎢ; ᎢᏳᏃ ᎩᎶ ᎯᎠ ᏂᎦᏪᏎᎮᏍᏗ ᎤᏙᏓ, ᎠᎴ ᎤᏥ, ᎠᏆᎵᏍᎪᎸᏔᏅᎯ ᏰᎵ ᎨᏣᎵᏍᏕᎸᏙᏗ ᎨᏒᎢ ᏂᏣᏛᏁᎲ,
6 καὶ ἠκυρώσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν.
ᏂᎦᎸᏉᏗᏍᎬᎾᏃ ᎢᎨᏎᏍᏗ ᎤᏙᏓ, ᎠᎴ ᎤᏥ, [ᎥᏝ ᎤᏍᎦᏅᏨᎯ ᏱᎨᏎᏍᏗ,] ᎢᏣᏗᏍᎪᎢ. ᎾᏍᎩ ᎯᎠ ᎡᏘ ᎠᏁᎯ ᎤᏂᏃᎮᎸᎯ ᎢᏨᏔᏅ ᎠᏎᏉ ᏂᏨᏁᎸ ᎤᏁᎳᏅᎯ ᎤᏁᏨᎯ.
7 ὑποκριταί, καλῶς προεφήτευσε περὶ ὑμῶν Ἡσαΐας λέγων,
ᎢᏣᏠᎾᏍᏗ, ᏰᎵᏉ ᎢᏌᏯ ᏧᏙᎴᎰᏎ ᏥᏥᏛᎨᎢ, ᎯᎠ ᏥᏄᏪᏎᎢ;
8 Ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ·
ᎯᎠ ᏴᏫ ᎾᎥ ᎬᎩᎷᏤᎭ ᎠᏂᎰᎵ ᎠᏅᏗᎭ, ᎠᎴ ᏚᏂᎭᏁᎦᎸ ᏓᏅᏗ ᎬᎩᎸᏉᏗᎭ, ᎠᏎᏃ ᎤᏂᎾᏫ ᎢᏅᎯᏳ ᏄᏅᏅ.
9 μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων.
ᎠᏎᏉᏍᎩᏂ ᎾᎾᏛᏁᎭ ᎬᏆᏓᏙᎵᏍᏓᏁᎭ, ᏥᏓᎾᏕᏲᎲᏍᎦ ᏓᎾᏕᏲᎲᏍᎬ ᏴᏫᏉ ᎤᏂᏁᏨᎯ.
10 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον εἶπεν αὐτοῖς, Ἀκούετε καὶ συνίετε.
ᏫᏚᏯᎲᏃ ᎤᏂᏣᏘ ᎯᎠ ᏂᏚᏪᏎᎸᎩ; ᎢᏣᏛᎬᎦ ᎠᎴ ᎢᏦᎵᎩ.
11 οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.
ᎥᏝᏍᎩᏂ ᎾᏍᎩ Ꮎ ᎠᎰᎵ ᏭᏴᎸᎯ ᎦᏓᎭ ᏱᏄᏩᏁᎰ ᏴᏫ, ᎠᎰᎵᏍᎩᏂ ᏅᏓᏳᏄᎪᏨᎯ ᎾᏍᎩ ᎦᏓᎭ ᏄᏩᏁᎰ ᏴᏫ.
12 τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ, Οἶδας ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες τὸν λόγον ἐσκανδαλίσθησαν;
ᎿᎭᏉᏃ ᎬᏩᏍᏓᏩᏗᏙᎯ ᎤᏂᎷᏨ ᎯᎠ ᏂᎬᏩᏎᎸᎩ; ᎯᎦᏔᎭᏍᎪ ᎠᏂᏆᎵᏏ ᎤᏂᎿᎭᎸᏨᎢ ᎤᎾᏛᎦᏅ ᎾᏍᎩ ᎯᎠ ᏂᏣᏪᏒᎢ.
13 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε, Πᾶσα φυτεία ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται.
ᎠᏎᏃ ᎤᏁᏨᎩ ᎯᎠ ᏄᏪᏒᎩ; ᏂᎦᎥ ᏚᏰᎬ ᎡᏙᏓ ᏧᏫᏒᎯ ᏂᎨᏒᎾ ᏗᏰᎯᏍᏗ ᎨᏎᏍᏗ.
14 ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοὶ τυφλῶν· τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται.
ᎤᎾᏁᎳᎩ, ᏗᏂᎨᏫᏉ ᏗᏂᎨᏫ ᏗᎾᏘᏂᏙᎯ; ᎢᏳᏃ ᏗᎨᏫ ᏯᏘᏂ ᏗᎨᏫ ᎢᏧᎳ ᎠᏔᎴᏒ ᏧᏂᎸᎢᏍᏗ.
15 Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ, Φράσον ἡμῖν τὴν παραβολὴν ταύτην.
ᏈᏓᏃ ᎤᏁᏨ ᎯᎠ ᏄᏪᏎᎸᎩ; ᏗᏍᎩᏲᏏᏌᏏ ᎯᎠ ᎾᏍᎩ ᏓᏟᎶᏍᏛᎢ.
16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν, Ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε;
ᏥᏌᏃ ᎯᎠ ᏄᏪᏎᎸᎩ; ᎠᏏᏍᎪ ᎾᏍᏉ ᏂᎯ ᏂᏦᎵᎬᎾᏉ ᎢᎩ?
17 οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον εἰς τὸ στόμα εἰς τὴν κοιλίαν χωρεῖ καὶ εἰς ἀφεδρῶνα ἐκβάλλεται;
ᏝᏍᎪ ᎠᏏ ᏱᏦᎵᎦ ᎾᏍᎩ ᏂᎦᎥ ᎪᎱᏍᏗ ᎥᎰᎵ ᎤᏴᏍᏔᏅᎯ ᎨᏒ ᎣᏍᏉᎵᏱ ᏫᎦᎷᎬᎢ, ᎾᏍᎩᏃ ᏫᎦᎶᎯᏍᏗᏍᎬᏉ?
18 τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.
ᎾᏍᎩᏂ ᎥᎰᎵ ᏅᏓᏳᏄᎪᏨᎯ ᎣᎾᏫᏱ ᏗᏓᎴᎲᏍᎪᎢ, ᎾᏍᎩᏃ ᎦᏓᎭ ᏄᏩᏁᎰ ᏴᏫ.
19 ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.
ᎣᎾᏫᏱᏰᏃ ᏗᏓᎴᎲᏍᎪ ᎤᏐᏅ ᎠᏓᏅᏖᏗ ᎨᏒᎢ, ᎠᎴ ᎠᏓᎯᏍᏗᏱ ᎨᏒᎢ, ᎠᎴ ᎠᏓᏲᏁᏗᏱ ᎨᏒᎢ, ᎠᎴ ᎤᏕᎵᏛ ᏗᏂᏏᏗᏱ ᎨᏒᎢ, ᎠᎴ ᎦᏃᏍᎩᏍᏗᏱ ᎨᏒᎢ, ᎠᎴ ᎠᏥᎪᏗᏱ ᏓᎾᏓᏱᎵᏙᎲᎢ, ᎠᎴ ᎠᏐᏢᎢᏍᏙᏗᏱ ᎨᏒᎢ.
20 ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον, τὸ δὲ ἀνίπτοις χερσὶ φαγεῖν οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.
ᎾᏍᎩᏍᎩᏂ ᎯᎠ ᎦᏓᎭ ᎢᏳᏩᏁᎯ ᏴᏫ; ᏂᏓᏑᎴᎲᎾᏍᎩᏂ ᎠᎵᏍᏓᏴᏗᏱ ᎥᏝ ᎦᏓᎭ ᏱᏄᏩᏁᎰ ᏴᏫ.
21 Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος.
ᏥᏌᏃ ᎾᎿᎭᎤᏂᎩᏒ ᏔᏲᎢ ᎠᎴ ᏌᏙᏂᏱ ᏭᎶᏒᎩ.
22 καὶ ἰδού, γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα, Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται.
ᎬᏂᏳᏉᏃ ᎨᎾᏂ ᎡᎯ ᎠᎨᏴ ᎾᎿᎭᎾᎥ ᏅᏓᏳᎶᏒᎯ ᎤᏪᎷᏅᎩ, ᎯᎠ ᏄᏪᏎᎸᎩ; ᏍᎩᏙᎵᎩ, ᏣᎬᏫᏳᎯ ᏕᏫ ᎤᏪᏥ, ᎠᏇᏥ ᎠᎨᏴ ᎤᏣᏔᏅᎯ ᎤᏕᏯᏙᏗᎭ ᎠᏍᎩᎾ.
23 ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες, Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν.
ᎠᏎᏃ ᏄᏁᏤᎸᎾᏉ ᎥᎨᏒᎩ. ᎬᏩᏍᏓᏩᏗᏙᎯᏃ ᎬᏩᎷᏤᎸᎩ, ᎬᏩᏔᏲᏎᎸᎩ, ᎯᎠ ᏄᏂᏪᏒᎩ; ᏫᎡᎾ, ᎢᎩᏍᎪᏂᎭᏰᏃ.
24 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ.
ᎤᏁᏨᏃ ᎯᎠ ᏄᏪᏒᎩ; ᎥᏝ ᎩᎶ ᏗᏥᏩᏛᏗᏱ ᏴᎩᏁᏤᎸ, ᎠᏫ ᎤᏂᏃᏕᎾ ᎤᎾᎴᎾᎸᎯ ᎤᏅᏒ ᎢᏏᎵ ᏏᏓᏁᎸᎯ ᎬᏒᎢ.
25 ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα, Κύριε, βοήθει μοι.
ᎿᎭᏉᏃ ᎠᎨᏴ ᎤᎷᏨ ᎤᏓᏙᎵᏍᏓᏁᎸᎩ ᎯᎠ ᏄᏪᏒᎩ; ᏣᎬᏫᏳᎯ, ᏍᎩᏍᏕᎸ.
26 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις.
ᎤᏁᏨᏃ ᎯᎠ ᏄᏪᏒᎩ; ᎥᏝ ᏱᏚᏳᎪᏗ ᏗᎩᎡᏗᏱ ᏗᏂᏲᎵ ᎤᎾᏤᎵ ᎦᏚ, ᎩᎵᏃ ᏫᏓᏗᏁᏗᏱ.
27 ἡ δὲ εἶπε, Ναί, Κύριε, καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν.
ᎠᎨᏴᏃ ᎯᎠ ᏄᏪᏒᎩ; ᎤᏙᎯᏳᎯ, ᏣᎬᏫᏳᎯ, ᎠᏎᏃ ᎩᎵ ᎠᎾᎵᏍᏓᏴᏗᏍᎪ ᎤᏅᎪᎣᏒᎯ ᏗᎬᏩᏂᎾᏝᎢ ᏚᏂᏍᎩᎸᎢ.
28 τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ, Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις· γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.
ᎿᎭᏉᏃ ᏥᏌ ᎤᏁᏨ ᎯᎠ ᏄᏪᏎᎸᎩ; ᎯᎨᏴ ᎤᏣᏘ ᏦᎯᏳᎭ; ᏄᏍᏛ ᏣᏚᎵᏍᎬ ᏫᏂᏣᎵᏍᏓᏏ. ᎾᎯᏳᏉᏃ ᎤᏪᏥ ᎤᏗᏩᏎᎢ.
29 Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἦλθε παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἀναβὰς εἰς τὸ ὄρος ἐκάθητο ἐκεῖ.
ᏥᏌᏃ ᎾᎿᎭᎤᏂᎩᏒ ᎨᎵᎵ ᎥᏓᎷᎶᏗ ᎤᎷᏨᎩ, ᎤᎿᎭᎷᏒᏃ ᎤᏌᎯᎸ ᎾᎿᎭᎤᏪᏅᎩ.
30 καὶ προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες μεθ᾽ ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλοῦς καὶ ἑτέρους πολλούς, καὶ ἔρριψαν αὐτοὺς παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς·
ᎤᏂᏣᏘᏃ ᏴᏫ ᎬᏩᎷᏤᎸᎩ, ᏓᎾᏘᏁᎲ ᏗᏂᏲᎤᎵ, ᎠᎴ ᏗᏂᎨᏫ, ᎠᎴ ᏧᏅᎨᏫ, ᎠᎴ ᎪᎱᏍᏗ ᎤᏍᏛ ᏗᏂᏰᎸ ᏧᏂᏲᎱᏎᎸᎯ, ᎠᎴ ᎤᏂᏣᏘ ᏅᏩᎾᏓᎴᎢ, ᎠᎴ ᏥᏌ ᏚᎳᏍᎬ ᎾᎥ ᏚᏂᏅᏅᎩ, ᏚᏅᏩᏅᎩᏃ.
31 ὥστε τοὺς ὄχλους θαυμάσαι βλέποντας κωφοὺς λαλοῦντας, κυλλοὺς ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας, καὶ τυφλοὺς βλέποντας· καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν Ἰσραήλ.
ᎾᏍᎩ ᎢᏳᏍᏗ ᎤᏂᏣᏘ ᎨᏒ ᎤᏂᏍᏆᏂᎪᏒᎩ, ᏚᏂᎪᎲ ᏧᏅᎨᏫ ᎠᏂᏬᏂᏍᎪᎢ, ᎠᎴ ᎠᎱᏍᏗ ᎤᏍᏛ ᏗᏂᏰᎸ ᏧᏂᏲᎱᏎᎸᎯ ᎤᏂᏃᏍᏛ ᏄᎾᎵᏍᏔᏅᎢ, ᎠᎴ ᏗᏗᏲᎤᎵ, ᎬᏩᏁᏓᏍᏗ ᏄᎵᏍᏔᏅᎢ ᎠᎴ ᏗᏂᎨᏫ ᎬᏩᏂᎪᏩᏛᏗ ᏄᎵᏍᏔᏅᎢ; ᎤᏂᎸᏉᏔᏅᎩᏃ ᎤᏁᎳᏅᎯ ᎢᏏᎵ ᎤᎾᏤᎵᎦ.
32 Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπε, Σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι· καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις οὐ θέλω, μήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ.
ᏥᏌᏃ ᏫᏚᏯᏅᎲ ᎬᏩᏍᏓᏩᏗᏙᎯ, ᎯᎠ ᏄᏪᏒᎩ; ᎦᏥᏯᏙᎵᎦ ᎯᎠ ᎤᏂᏣᏘ ᎨᏒᎢ, ᏦᎢᏰᏃ ᎾᏙᏓᏆ ᎠᏂ ᎨᏙᎲ ᎠᏁᏙᎭ, ᎠᎴ ᎥᏝ ᏱᏂᏰᎭ ᎤᎾᎵᏍᏓᏴᏗ. ᎠᎴ ᎢᏝ ᏯᏆᏚᎵᎭ ᏙᎤᏁᏅᏍᏗᏱ ᏗᎬᏩᏂᏲᏏᏍᎩ, ᏩᎾᏰᏃ ᏱᏓᏂᏩᏂᎦᎶᎩ ᏩᎾᎢᏒᎢ.
33 καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, Πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον;
ᎬᏩᏍᏓᏩᏗᏙᎯᏃ ᎯᎠ ᏅᎬᏩᏪᏎᎸᎩ; ᎭᏢᏃ ᏲᏥᎩ ᎾᏍᎩ ᎢᎦᎢ ᎠᎵᏍᏓᏴᏗ ᎢᎾᎨᎢ, ᎾᏍᎩ ᎢᏳᏂᏣᏘ ᏰᎵ ᏧᏃᎸᎯᏍᏗ?
34 καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Πόσους ἄρτους ἔχετε; οἱ δὲ εἶπον, Ἑπτά, καὶ ὀλίγα ἰχθύδια.
ᏥᏌᏃ ᎯᎠ ᏂᏚᏪᏎᎸᎩ; ᎢᎳᎪ ᎦᏚ ᏕᏥᏰᎭ? ᎦᎵᏉᎩ, ᎢᎸᏍᎩᏃ ᏧᎾᏍᏗ ᎠᏣᏗ, ᎤᎾᏛᏅᎩ.
35 καὶ ἐκέλευσε τοῖς ὄχλοις ἀναπεσεῖν ἐπὶ τὴν γῆν,
ᎤᏂᏣᏘᏃ ᏚᏁᏤᎸᎩ ᎦᏙᎯ ᎤᎾᏅᏗᏱ.
36 καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύας, εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, οἱ δὲ μαθηταὶ τῷ ὄχλῳ.
ᎦᎵᏉᎩᏃ ᎦᏚ ᏚᎩᏒᎩ ᎠᎴ ᏚᏁᏒ ᎠᏣᏗ, ᎤᎵᎮᎵᏨᏃ, ᏚᎬᎭᎷᏴᎩ, ᎠᎴ ᎬᏩᏍᏓᏩᏗᏙᎯ ᏫᏚᏁᎸᎩ, ᎬᏩᏍᏓᏩᏗᏙᎯᏃ ᎤᏂᏣᏘ ᏫᏚᏂᏁᎸᎩ.
37 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας πλήρεις.
ᎠᎴ ᏂᎦᏛ ᎤᎾᎵᏍᏓᏴᏅᎩ, ᎠᎴ ᏚᏃᎸᏒᎩ. ᎠᎴ ᎤᏄᏖᏒᎩ ᎤᎵᎬᎭᎷᏴᎯ ᎦᎵᏉᎩ ᎢᏯᎧᎵᎢ ᏔᎷᏣ.
38 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν τετρακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.
ᎤᎾᎵᏍᏓᏴᎯᏃ ᏅᎩᎭ ᎢᏯᎦᏴᎵ ᎾᏂᎥᎩ ᎠᏂᏍᎦᏯ, ᏂᏓᏁᏢᏛᎾ ᎠᏂᎨᏴ ᎠᎴ ᏗᏂᏲᎵ.
39 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ πλοῖον καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια Μαγδαλά.
ᎠᎴ ᎤᏂᏣᏘ ᏚᏰᎵᎯᏍᏔᏅᎩ, ᎠᎴ ᏥᏳᎯ ᏭᏣᏅᎩ, ᎠᎴ ᎹᎩᏕᎵ ᏭᎾᏄᎪᏨᎩ.